Την κοιμίζω με τα πιο γλυκά τραγούδια, κάνω μυστικές συμφωνίες με τον άνεμο να μη φυσά, ασημώνω τα μαλλιά της με το φεγγάρι, στέκω σιωπηλός στο προσκέφαλό της μην της χαλάσω τ’ όνειρο
Μπορεί πια να ξυπνά νωρίς, να ξοδεύει τη μέρα της σ΄ έναν υπολογιστή, να σκέφτεται τι να μαγειρέψει και πώς θα βγάλει τον μήνα, να βλέπει ένα άλλο πρόσωπο στον καθρέφτη της κι όταν περπατά έναν εφιαλτικό κόσμο.
Πόση δύναμη κρύβει το πάθος; Σε μια νύχτα μέσα γίνεται βράχος. Πώς τυλίγονται στο λαιμό - βρόχος αιώνιος - τα άγχη; Σαν άμαξα που τρίζει σε πηγαίνουν στα ίδια λάθη. Πόσο εύκολα ξεχειλίζει τ' όνειρο; Φθαρμένο απ' την υγρασία μελάνι στις λευκές σελίδες κυλά.
Τόσο κοντά το χθες;
Άραγε το φτάνουμε; Κι αυτή η ζωή που ξοδεύουμε, γιατί να θυμίζει είδωλο θανάτου;