Έχεις κι εσύ κακόμοιρε
Κουπιά σε μαύρα χάλια
Που μόλις πέσουν στο νερό
Λιώνουν σαν παξιμάδια
Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Αιώνες μετά τις εκβολές
όταν η φωνή μας σκόνη
θα πάλλεται στον αιθέρα,
οι νότες που δέθηκαν
σε μια μεταλλική κλωστή
με μια και μόνη ανάσα
μ' ένα λίκνισμα πτίλoυ
ελαφριά θα αντηχούν
σαν σε μυστική συναυλία
και θα ξεγελούν
το μαύρο τρικέφαλο σκυλί
και του χάρου τα καρακόλια
Τότε τα δυο μας άδυτα
σαν τρελά τρυγόνια
που γλίτωσαν το ζάρι
—με βιολιά και τουμπελέκια—
θα πεταρίζουν πέρα
απ’ τα φαράγγια
του γέρου Ταΰγετου
θα καθρεφτίζονται ξέπνοα
στης Λήθης τις νεροσυρμές
στης Λήθης τις νεροσυρμές
Γιατί, άδειε τάφε,
—γαμώ τα πάντα σου—
μέσα στο συννε-
φοσκέπαστο
γκρίζο νταμάρι
το μάθαμε καλά
πως έρχεται σεισμός
Γιατί, δυνάστη χρόνε,
που τάχα χτικιάζοντας
τη σάρκα κυλάς·
από την παρθενική
τη σάρκα κυλάς·
από την παρθενική
αγαλματώδη ροή μας
ποτέ δεν κινήσαμε.
ποτέ δεν κινήσαμε.