Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Όραμα




Μόλις αποχώρησαν οι ορδές

των αιώνια προσκυνημένων,

ένιωσα τον γέρο Κολοκοτρώνη

να ξεκολλά απ’ το βάθρο·

αντλώντας την πατωσιά του

απ’ τα καταράχια του Μωριά,

μάδησε μ’ ορμή τα στεφάνια

που απόθεσαν με τάξη θεατρική

γραβατωμένοι και σπιρουνάτοι

κι έστρεψε το βλέμμα κατά τ’ Ανάπλι.

Γυρεύοντας το κουφάρι του Πάνου,

χάρισε καριοφίλι και γιαταγάνι

στον γύφτο που κρεμούσε τα νταούλια

κι έκλαψε κάθε χαμένη επανάσταση.

-«Σ’ εσάς, γκουβέρνο οι Κουντουριώτηδες,

των Βαυαρών κουβαλητάδες, η σπορά σας»

ψέλλισε προς τ’ ασάλευτo ρωμαίικο.

Τέτοιοι ήρωες τι προσφέρουν;

Τρίτη φορά τον ατένισα στα δεσμά.

Ο ήχος του κλαρίνου με ξύπνησε

χόρεψαν και φέτος τον ίδιο χαβά.


 © Κωνσταντίνος Κωστέας


Εικόνα: προσωπογραφία - πορτραίτο (από τη μέση και πάνω) του ήρωα της ελληνικής επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Προέρχεται από το βιβλίο "Voyage de la Grèce" (1826-27), εξάτομο έργο του Pouqueville, φιλέλληνα, γιατρού, διπλωμάτη και συγγραφέα, Γενικού Προξένου της Γαλλίας στα Γιάννενα και στην Πάτρα (1805-1816) και βασικού διαμεσολαβητή στις διαπραγματεύσεις του Aλή Πασά με τους Γάλλους.

 

 

Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

2021

Ένα γράμμα χωρίζει την ποίηση απ' την οίηση, ένα γράμμα αρκεί για να καλύψει ή να φέρει στο φως ένα μωσαϊκό συναισθημάτων, μια εσώτατη έκρηξη.
Τραβήξτε το Π του ποιητή-οιητή και θα απομακρύνετε τo οποιοδήποτε έρεισμα. Πίσω από τα παραπετάσματα θα ατενίσετε την αθεράπευτη γύμνια του.
Μια πρόθεση χωρίζει τον ποιητή από τον εκποιητή ή τον παραποιητή. Σκάψτε βαθιά για να την ανιχνεύσετε.
Ο ποιητής έχει μαθητεύσει στη σιωπή, την αγαπά, εξίσου με τον λόγο, ίσως και περισσότερο, επιστρέφει συχνά σ΄ αυτή, τάχα πως της βάζει στίξη, για να την κάνει καταληπτή, υποφερτή, διέξοδο και βάλσαμο των παθών του.
Ο οιητής είναι απόστημα της φλυαρίας. Αναλώνεται, όταν σβήνουν τα φώτα. Δεν ξέρει τι σημαίνει πάθος. Καμία τέχνη δεν κατέχει.

2023

Εν όψει της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, ας έχουμε κατά νου ότι απαραίτητη συνθήκη για την άνθηση της Ποίησης είναι και η σιγή. Δυστυχώς, το ξεχνάμε. Η οίηση, η φλυαρία, η υπερπληροφόρηση, οι πελατειακές σχέσεις μέσα από παρεούλες "κουλτουριάρηδων" απομακρύνουν τον κόσμο από την Τέχνη.
Ειλικρινά, λυπάμαι τον «πνευματικό άνθρωπο» της φωταγωγημένης αίθουσας. Αυτόν που οι ακροατές του κοιτούν αδιάκοπα το ρολόι ή ψιθυρίζουν "τελείωνε, ρε". Εύχομαι ολόψυχα κάνεις να μην καταντήσει έτσι.
Αληθινός καλλιτέχνης δεν είναι ο παραγεμισμένος με ξένο φως αναπτήρας που αναλώνεται σε θεατρικά λόγια, χειραψίες και υποκριτικά χαμόγελα και κάποια στιγμή σώνει και πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων, αλλά ο άσβεστος φάρος, στον οποίον ανατρέχουμε σε κρίσιμες περιστάσεις του βίου μας, για να συντρίψουμε τα έσωθεν κι έξωθεν σκοτάδια.
Κάνεις δεν μπορεί να προβλέψει πόσες απ' τις λέξεις που σκαλίζουμε θα επιζήσουν, όταν εμείς «κάνουμε πανιά». Δεν πα' να μας στεφανώνουν με δάφνες οι συγκαιρινοί... Δεν πα' ν' ακκιζόμαστε και να βαυκαλιζόμαστε ενώπιον καθηγητάδων και λοιπών ειδικών εντός βιβλιοπωλείων κι εντευκτηρίων, στα οποία δεν πέφτει καρφίτσα.
Η Ποίηση είναι δίπλα μας, αλλά δεν τη βλέπουμε. Oι φρενήρεις ρυθμοί ζωής μάς φράζουν το οπτικό πεδίο, καθηλώνοντας στην τύρβη, τη ρουτίνα, την αστείρευτη πεζολογία, καταπνίγοντας την έκφραση των συναισθημάτων μας. Ας την ψάξουμε στην εναλλαγή των χρωμάτων τ' ουρανού κατά τη διαδοχή των ωρών, το μουρμουρητό ενός μικρού ρυακιού στην εξοχή, το φύσημα του ανέμου, το κελάηδημα της καρδερίνας, τη φαντασία των παιδιών του δημοτικού, καθώς παίζουν κρυφτό στη σχολική αυλή, την εμμονή μας να χαράζουμε τ' όνομά μας στην αμμουδιά, γνωρίζοντας πως ο άνεμος θα το σβήσει, πως το κύμα θα το σκεπάσει. Όμως επιμένουμε...
Ώρα ν΄ ατενίσουμε την καθημερινότητά μας με διαφορετικό βλέμμα, εξερευνώντας κάθε αθέατη πτυχή της, για να νηστέψουμε ολοκληρωτικά τη φθορά.

Κωνσταντίνος Κωστέας
Κωνσταντίνος Κωστέας

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

Απόψε




Εικόνα: Francisca Vogel, Justice


Απόψε κοίμισαν την πόλη από νωρίς

για να μας αρπάξουν το φεγγάρι.

Απόψε τα σκυλιά τους αφήνιασαν

και μας μαγάρισαν τον κήπο.

Ξέρω πως είμαι άοπλος, Βλαδίμηρε,

μα απόψε που μαράθηκε η μυρτιά,

απόψε που δηλητηρίασαν τη δικαιοσύνη,

θ΄ ακούσω τη φωνή σου να διαπερνά

τα υγρά κρύσταλλα των δεσμών μου.

Απόψε θα καταπιώ ατσάλι διχαστικό· 

με την κραυγή μου γεμάτη αίματα

θα βυθίσω τείχη, αόρατα ή ορατά.

Απόψε θα δώσω σήμα στ’ αγριεμένα νιάτα,

σκίζοντας τα πνιγηρά παραπετάσματα, 

απόψε η αγκαλιά μου θα γεμίσει φτερά.

Ξέρω πως είμαι άοπλος, Βλαδίμηρε,

μα απόψε θα γίνω επικίνδυνος για το καθεστώς.