Έρχεται και μου ζητά
να γίνω μαύρο πέπλο
να σφαλίζω τα μάτια
ναρκωμένος από ψεύτικα χάδια
σε αγκαλιές σιδεριές
Έρχεται και μου ζητά
να γίνω ψυχρό διαμέρισμα
σαν βράχος να στέκω άθικτος
απ’ τα αδιέξοδα της γενιάς μου
να κάνω τον τρελό, τον μεθυσμένο
καθώς οι φίλοι βυθίζονται στο πουθένα.
Έρχεται και μου ζητά να γίνω άυλος
προτάσσοντας τείχη στη φθορά
να ξεχάσω το μέσα μου γυαλί
τα συνηθισμένα στην αγρύπνια μάτια.
Έρχεται και μου λέει πως οι τύψεις
βαστούν ανοιχτή την πληγή...
Αν τον ακούω δεν ξέρω.