Τουλάχιστον ας γράψουν
πως γοητεύτηκα από κάτι υψηλό
πως άνοιξα πανιά
για μια τούφα χρυσάφι
πως χάθηκα στη ρότα
για των Μακάρων το νησί
στης Άρνης την πηγή
πως έβρεξα τα χείλη.
Ας πουν πως ξέχασα
φίλους και σπιτικό
πως μολυσμένο δόρυ
άσπονδου εχθρού
δίχως οίκτο διαπέρασε
δυο προτεταμένα στήθη.
Ας προσπεράσουν πως τράβηξα
σ' ένα αδιέξοδο αντιηρωικό
πως νόμισα τις σκέψεις μου
αρμαθιές κλειδιά
κι αντί να φτάσω στην πύλη,
κλείστηκα μια για πάντα εδώ μέσα.