Όταν με περιμένουν
το ρολόι μου σταματά
όταν γυρεύουν ησυχία
αδιάκοπα χτυπά
και τους ταράζει·
κανείς ποτέ
δεν κόπιασε
να το επισκευάσει.
Όταν με περιμένουν
το ρολόι μου σταματά
όταν γυρεύουν ησυχία
αδιάκοπα χτυπά
και τους ταράζει·
κανείς ποτέ
δεν κόπιασε
να το επισκευάσει.
Απ’ το μπαλκόνι κοιτώ
το πριονισμένο κεφάλι μου
να σκάει στη γη.
Σκελετωμένα παιδιά
το κλωτσούν
—στην αλάνα —
η μάνα φωνάζει
με κουταλάκι σούπας
τα ταΐζει
μελάνι σουπιάς.
Η τρελή της γειτονιάς
κόβει την γλώσσα μου
«υπάρχουν», λέει,
«σώματα δίχως φωνή».
Έξαφνα η πληγή κλείνει
απ’ τον λαιμό μου
ξεχύνονται σμήνη μέλισσες.