Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Επαγρύπνηση

Πνιχτή η νωχέλεια. Βλέμμα έξαφνα σκιρτά,

ύλη αδιόρατη κοπιάζει ν’ ατενίσει.

Τρίζει η σιωπή όταν στον Ζέφυρο ζητά

τη θαλπωρή που την απάθεια θα συντρίψει.


Το ρόδο άρπαξες, τρυγήθηκε ευθύς.

Ξερή η φύση από το χρώμα που κρατούσες.

Αλαφιασμένος πάλι, φώναζα «να ‘ρθεις»

Γιατί πλανεύτρα Άνοιξη βραδυπορούσες;


Άναρχο σύμπαν . Η κλαγγή πως θ’ ακουστεί;

Φαρέτρα άδεια η στερνή παραμυθία.

Στενός ο δρόμος και διπρόσωπη η Πυθία

Μα εσύ αψήφησες ξανά τον δικαστή.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

Σονέτο εις πεπλανημένον άφραγκον

Τραυλός τελάλης με θέρμη διαλαλεί:
-Πλούσια  εμπορεία, θ’ ανοίξουν στην πόλη.
Ο ματαιόδοξος λογοκόπος αφήνει τη σχόλη.
Με μαραγκιασμένες ιδέες πάλι μας προκαλεί.

Κλώνο μυρσίνης, γυρεύει στα ανταλλακτήρια!
Κόλακες αργυραμοιβοί, πρώτοι στην αλχημεία.
μειδιώντας  καταμετρούν τα πλαστά χαλκεία:
-Της δόξης σου κραδαίνεις τα πειστήρια….

Ως ήρωας   θρυλείται ετιμήθη,
ζώντας εισήλθε στη Μακάρια τη   Γη.
Ω δολερά της εποχής μας ήθη! 

Δυσοιώνως όμως λήγουν πλήθος μύθοι,
ο δικαστής αποτάθηκε «αιώνιος σιγή».
Ανώμαλη η προσγείωση στη λήθη….


Υunanistan ήτοι Ιωνία




Εκ των υστέρων, γινήκαμε μια αράδα,
από το Σύνταγμα που χάρισε στους Ρωμιούς
του «Μπαρμπαγιάννη το φιλότιμο»
αφήνοντας να σέπεται ο Τερτσέτης
και η μπέσα του Γέρου με την Αρβανιτιά.

Λατινιστί, Κυριλλιστί, μειξογερμανιστί
έπος χαράχθηκε στο Ναυαρίνο
κι η Λόνδρα έσυρε να βρει ερμηνευτή,
για να καμφθεί η σύγχυση...
Εδώ Βαβυλωνία.

-Στραγγαλισμένα πτώματα της Νεμπόισα,
σ΄ ορμητικά κύματα των Βαλκανίων κυλάτε.
Μα εσύ, Μοριά κατακαημένε, 'σωθης.
με το τσεκούρι και τη φωτιά. 

Δεύτε μνημονεύσωμεν κοτσαμπάσηδες,
καλαμαράδες ζήτωσαν!
-Υδραίε, τι γυρεύεις από του ζωγράφου
την πένα, εσύ, ένας στασιαστής;
Τυφλέ ζητιάνε, γιά δεν άρπαξες το πουγκί;

Η εστεμμένη λευτεριά μάς φωτίζει.
Δεν πήγε στράφι τον μάρμαρο που 'ντυσε
τον στερνό Βασιλέα, που σκέπασε
της γης τον ανδρειωμένο.

Οι Μεγάλες Ιδέες ταιριάζουν στους μικρόνοες σκέφτηκα,
φοβούμενος μην την ξαναπατήσω. Σαγγάριος.
«Είμαστε έθνος ανάδελφον» ή μήπως πένθος;

Προσγειώνομαι στην πραγματικότητα…
«H κοινότης των Ελλήνων χριστιανών,
ανήκει και με τη βούλα στη Δύση».

Φαίνεται πως θα κοιμηθώ και σήμερα ασφαλής...

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

O συλλέκτης


Στ’ ακάθαρτα κυλά ο χρόνος,
Συνήθισα να επαγρυπνώ,
σπασμένες συλλαβές ανακτώ.
Μ' εύθραστα όμως  δοκιμασμένα  
δάχτυλα, συγκολλώ ματωμένες λέξεις.
Πρέπει να ψηλαφίσω ξανά τα αγκάθια,
οι βιαστικοί πάντα απρόσεκτα τις πετούν.
Πριν την ανάπαυση θα βρω τη δύναμη
να καυτηριάσω άλλη μια πληγή.

Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2016

Προμετωπίδα

Πολιτογραφηθείς διαπρύσιος κήρυκας τῆς ὑπερτάτου  ἀταραξίας τοῦ ὄντος, λογάριασα ν' ἀναλώσω τό ζωτικότερο τμῆμα τῆς φευγαλέας μου ὕπαρξης στήν ἱερά ἀναζήτηση τῆς Κουροτρόφου Εἰρήνης.

Εἰς μάτην ! Σύσσωμη ἡ ἀκοή μου ταράχθηκε ἀπό τίς κλαγγές τῶν Κορυβάντων…

Έξοδος



Πόθοι  παρθενικοί σ'  άσωστο κρημνό κυλήσαν,
φυλλοβόλα  ίχνη  καλύψαν  σύγκορμη την  ξηρά.

Δεν αναθρώσκει στις εστίες ζωογόνος φωτιά 
αναθυμίαση   πνιγηρά  η καμένη ύλη.
Ο  ζέφυρος άρπαξε το στερνό  μαντήλι…
Μονάχη γλώσσα έμεινε το «έχε γειά»…

Θλιμμένοι πλεύσαμε  να εξοντώσουμε τα τέρατα.
-«Θα πνίξουν τους γέρους» κράζουμε «τα μελανά ιστία».

-Ξέπνοοι θ΄ατενίσουμε του κόσμου τα πέρατα,

ή αναπαυόμενοι θα διηγούμαστε τη νεανική μας απιστία;

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Αντιστάθμισμα

Ξεχυθήκαμε μ’ ορμή στους ουρανούς.
και η στέρεα σφαίρα αμύνθηκε σθεναρά.
Το πτερωθέν όνειρο, πελάγιο πνίγηκε.
Το πεπερασμένο δέρας δονείται σύγκορμο,
απ’ το σκουριασμένο χτύπημα της ώρας.
Ο αδηφάγος πατέρας ποτέ  δεν έχασε.
Τ’ ανέγγιχτο που ψάλαμε  μας στοιχειώνει.
Άραγε προορίζεται η μεταρσίωση για τους βιαστικούς;
Τι θα προλάβουμε; Άτιμο πράγμα η στέρηση
μα δεν αφήσαμε ούτε μια πνοή ν΄ αναλώνεται ανούσια.

Τουλάχιστον εμείς δεν δειλιάσαμε…