«Δε φοβάμαι για σένα,
νοιάζΩμαι», μου γράφει
κι έτσι ανορθόγραφα
επισκιάζει τις σοφιστείες
εκείνων που σκότωσαν
τις ώρες τους διορθώνοντας
μ' ένα κόκκινο στυλό,
εκείνων που καμώνονται
πως έμαθαν ορθογραφία.
Κοιτώντας τον χορό της
κάτω από τα δένδρα,
της έταξα έναν κήπο
κι ας μου μηνούσε
τ’ αηδόνι που φώλιαζε
στον κόρφο της
πως ήταν από σύννεφο
κι ας μου δείχναν τ’ άστρα
που σμίγαν στην αγκάλη της
πως όλη η πλάση ήταν δική της.
Καθόταν σταυροπόδι
και το βλέμμα μου καρφώθηκε
στα μαυρισμένα μπούτια της.
Θε μου, πόσα
είχα να πάρω από αυτή;
και πόσα λίγα θα της έδινα;
Ευγενικά χαιρέτησα
και προσπέρασα.
Χτύπησες την πόρτα μου
για ίσκιο βαστώντας
ένα καταπράσινο
τσαμπί σταφύλι.
Σου πρόσφερα
ένα ποτήρι στάχτη
και γέλασα.
Τώρα, για μια στάλα νερό,
απλώνω στους ξένους
το χέρι που σ’ άγγιζε,
στα σκουπίδια ψάχνω
την κομμένη μου ανάσα.