Τώρα πια μιλάει χαμηλόφωνα
— κάθε μέρα και πιο σιγά.
— κάθε μέρα και πιο σιγά.
Φαίνεται πως ωρίμασε,
ανέχεται τις αστοχίες του·
καθώς γαληνεύει
δεν τον ενοχλεί.
Τόσα πέρασαν.
Ίσως και να κατάλαβε
πως δεν τον ακούει πια.
Κοιτώντας τον χορό της
κάτω από τα δένδρα,
της έταξα έναν κήπο
κι ας μου μηνούσε
τ’ αηδόνι που φώλιαζε
στον κόρφο της
πως ήταν από σύννεφο
κι ας μου δείχναν τ’ άστρα
που σμίγαν στην αγκάλη της
πως όλη η πλάση ήταν δική της.
Καθόταν σταυροπόδι
και το βλέμμα μου καρφώθηκε
στα μαυρισμένα μπούτια της.
Θε μου, πόσα
είχα να πάρω από αυτή;
και πόσα λίγα θα της έδινα;
Ευγενικά χαιρέτησα
και προσπέρασα.
Χτύπησες την πόρτα μου
για ίσκιο βαστώντας
ένα καταπράσινο
τσαμπί σταφύλι.
Σου πρόσφερα
ένα ποτήρι στάχτη
και γέλασα.
Τώρα, για μια στάλα νερό,
απλώνω στους ξένους
το χέρι που σ’ άγγιζε,
στα σκουπίδια ψάχνω
την κομμένη μου ανάσα.
Τέλος γι' απόψε.
Αύριο θα σου γράψω τα ίδια,
τα ίδια απ' την αρχή
και θα ελπίζω,
μαζί σου θα ελπίζω.
Σαν ποτέ
να μην υπήρξε
κάτι διαφορετικό.