Καθόταν σταυροπόδι
και το βλέμμα μου καρφώθηκε
στα μαυρισμένα μπούτια της.
Θε μου, πόσα
είχα να πάρω από αυτή;
και πόσα λίγα θα της έδινα;
Ευγενικά χαιρέτησα
και προσπέρασα.
Καθόταν σταυροπόδι
και το βλέμμα μου καρφώθηκε
στα μαυρισμένα μπούτια της.
Θε μου, πόσα
είχα να πάρω από αυτή;
και πόσα λίγα θα της έδινα;
Ευγενικά χαιρέτησα
και προσπέρασα.
Χτύπησες την πόρτα μου
για ίσκιο βαστώντας
ένα καταπράσινο
τσαμπί σταφύλι.
Σου πρόσφερα
ένα ποτήρι στάχτη
και γέλασα.
Τώρα, για μια στάλα νερό,
απλώνω στους ξένους
το χέρι που σ’ άγγιζε,
στα σκουπίδια ψάχνω
την κομμένη μου ανάσα.
Τέλος γι' απόψε.
Αύριο θα σου γράψω τα ίδια,
τα ίδια απ' την αρχή
και θα ελπίζω,
μαζί σου θα ελπίζω.
Σαν ποτέ
να μην υπήρξε
κάτι διαφορετικό.