Ανερώτηγα
Στον Δημοσθένη Μιχαλακόπουλο
«Κοίτα τον, άπλωσε το χέρι ανερώτηγα», είπε για κάποιον αδιάκριτο ο μπάρμπας με τα σύκα καθώς ζύγιζε τις τσαπέλες. Έριξα τα κέρματα στον πάγκο και καθώς μετρούσα - κακός στα μαθητικά γαρ - τριβέλιζε το μυαλό μου αυτό το «ανερώτηγα», που οι άλλοι, οι τάχα μου γραμματιζούμενοι, θα προσπερνούσαν.
«Ανερώτηγα» λοιπόν. Λέξη ανεπιτήδευτη, ξεχασμένη απ’ τα λεξικά, από τη γης βγαλμένη. Λέξη που μοσχοβολά μ’ όλα της τα μυρωδικά, μακριά από ζιζάνια, φίδια, τρωκτικά. Λέξη αλεξίκακη, όπως έλεγε ο λαογράφος, μαγική σαν ξόρκι, απολίθωμα παλιάς μαγγανείας. Σαν παλιά πληγή που αραιά και που την ψηλαφείς και να κλείσει δε λέει.
Κρατούσα σφιχτά τη σακούλα και καθώς αλαφροπατούσα για το σπίτι - ένα με τη βροχή - ανερώτηγα διάφοροι βιαστικοί, μάλλον καμωμένοι από ζάχαρη, με τις πλουμιστές τους ομπρέλες με προσπερνούσαν.
«Κουφάλες», είπα να φωνάξω, «σήμερα αγόρασα μια λέξη ελληνική». Μα δεν ήξερα τη γλώσσα τους.